Skip to content. Skip to navigation
Personal tools
Sections

Ομιλία Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου στην Τελετή Αποφοίτησης - Θεολογική Σχολή Του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης

Document Actions
  • 18 Μαίου 2013

    Εὐχαριστῶ ἐκ μέσης καρδίας τόν Πανάγαθο Θεό καί τόν Σεβασμιώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς κ. Δημήτριο γιά τήν ἄκρως τιμητική εὐκαιρία νά συμμετέχω στή χαρά τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ἀποφοίτησης τῶν νέων θεολόγων ἀπό τήν Θεολογική Σχολή τῆς Βοστώνης, καί εἶμαι, ὄντως, συγκινημένος πού βρίσκομαι ἐδῶ ἀνάμεσά σας.

    Ἀγαπητά μου τέκνα ἐν Κυρίῳ,

    Ἡ παρούσα ἐκδήλωση εἶναι ἀναμφίβολα ἕνας σημαντικός σταθμός στή ζωή σας. Σήμερα ὁλοκληρώνεται ἕνας κύκλος τῆς μέχρι τώρα πορείας σας καί ἀπό αὔριο καλεῖστε νά διακονήσετε τόν λαό τοῦ Θεοῦ εἴτε ὡς δάσκαλοι τοῦ θείου λόγου καί μεταφορεῖς τῶν ἱερῶν παραδόσεων πού μας κληροδότησαν οἱ ἅγιοι πατέρες μας εἴτε ὡς ἱερεῖς, ἐξαρτώντας ἀπόλυτα τή ζωή σας καί τή διακονία σας ἀπό τό θυσιαστήριο. Τοποθετώντας τόν ἑαυτό μου στή θέση σας, ἔρχεται μέ συγκίνηση στή μνήμη μου ἡ προσευχή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, πού μέ δέος ἀναγιγνώσκουμε στή Θεία Λειτουργία πρίν τή Θεία Μετάληψη: «Πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ σου παρέστηκα, καὶ τῶν δεινῶν λογισμῶν οὐκ ἀφίσταμαι, ἀλλὰ σύ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ Τελώνην δικαιώσας καὶ Χαναναίαν ἐλεήσας, καὶ τῷ Ληστῇ Παραδείσου πύλας ἀνοίξας, ἄνοιξόν μοι τὰ σπλάγχνα τῆς φιλανθρωπίας σου, καὶ δέξαι με προσερχόμενον καὶ ἁπτόμενόν σου…»[1].

    Καλεῖστε σήμερα, μέ αὐτή τήν προσευχητική παράκληση στό βάθος τῆς καρδιᾶς σας, νά ἐπισημοποιήσετε τήν ἀπάντησή σας στό κάλεσμα τοῦ Χριστοῦ: «φιλείς με;» τότε «ποίμαινε τά πρόβατά μου».

    Μέ τή σημερινή ἑορταστική ἐκδήλωση ὁλοκληρώνεται ἕνα σπουδαῖο κεφάλαιο τῆς ζωῆς σας καί ἀνοίγει ἕνα ἄλλο ἀκόμη σπουδαιότερο, μεγαλύτερο καί ἀπαιτητικότερο. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τίς τελευταῖες μέρες, καί ἰδιαίτερα τούτη τήν ὥρα, περνοῦν ἀπό τή μνήμη σας οἱ στιγμές, τά γεγονότα, τά πρόσωπα καί οἱ ἐμπειρίες πού γέννησαν καί ἔθρεψαν μέσα σας τήν ἐπιθυμία γιά τήν ἱεροσύνη καί τόν ζῆλο γιά τήν γνώση καί τή διακονία τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης τῆς Θεολογίας ἀνταποκρινόμενοι στήν κλήση τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως Χριστοῦ.

    Ἀναπολεῖτε σήμερα τά μικρά καί τά μεγάλα σκιρτήματα πού δόνησαν τήν καρδιά σας καί ὁδήγησαν τά βήματά σας ἐδῶ·  πού κατεύθυναν τήν πορεία τῆς ζωῆς σας σέ αὐτόν τόν εὐλογημένο τόπο, στή Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Μία Σχολή πού εἶναι κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας μας καί φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας μέσα στόν ἀχανῆ Δυτικοχριστιανικό καί πολυπολιτισμικό κόσμο. Ἡ Σχολή σας εἶναι σημεῖο ἀναφορᾶς γιά τίς θεολογικές σπουδές, ἀσφαλές λιμάνι γιά τίς ἱερατικές κλήσεις καί ἀψευδής μάρτυρας τοῦ μεγαλείου της Ὀρθοδοξίας μέσα σέ ἕνα κόσμο πού ὅλο καί περισσότερο διψᾶ καί ἀναζητᾶ πηγές ζῶντος ὕδατος τῆς πίστης καί τοῦ αὐθεντικοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως τό διέσωσε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέσα στούς αἰῶνες.

    Δέν ἔχω ἀμφιβολία, ὅτι τό πέρασμά σας ἀπό ἐδῶ ἀφήνει μέσα σας ἀνεξίτηλα σημάδια καί βαθιές ἐγγραφές βιωμάτων, ἐμπειριῶν, συγκινήσεων καί σφυρηλατήσεως οὐσιαστικῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων καί ἰσχυρῶν δεσμῶν φιλίας καί ἀγάπης.

    Ἡ δυνατότητα πού προσφέρει ἡ Σχολή σας, νά ἀποτελεῖτε ὄχι ἁπλῶς μία ὁμάδα σπουδαστῶν ἀλλά μία ἰδιαίτερη ὀρθόδοξη κοινότητα ἔχει βαρύνουσα σημασία. Τοῦτο διότι, πέραν τῶν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἀκαδημαϊκῶν σπουδῶν, μοιράζεστε τήν ἐμπειρία τῆς κοινῆς συμμετοχῆς στή λατρεία καί συνδυάζετε τίς σπουδές μέ τήν ἀνάπτυξη διαπροσωπικῶν σχέσεων καί πνευματικῶν ἐμπειριῶν, καλλιεργώντας ἔμπρακτα τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Προάγονται ἔτσι σχέσεις καί δεσμοί καθοριστικοί γιά τό μέλλον καί τή διακονία σας, ὅπου ὁ Θεός σας καλέσει αὔριο, καί αὐτό πρέπει νά τό μιμηθοῦν ὅλες οἱ Θεολογικές Σχολές.

    Αὐτή, λοιπόν, ἡ εὐλογημένη καί καρποφόρα φάση τῆς ζωῆς σας τελειώνει σήμερα. Καί μέσα στή χαρμόσυνη καί ἑορταστική ἀτμόσφαιρα τῆς τελετῆς τῆς ἀποφοιτήσεώς σας ἀναδύονται προκλητικά ἐρωτήματα καί προβληματισμοί  καίριοι.

    Πίσω ἀπό τή συναισθηματική φόρτιση τῆς γιορτῆς καί τῶν ἐντόνων συναισθημάτων χαρμολύπης -ἀφοῦ ὁ ἐνθουσιασμός γιά τή λήψη τοῦ πτυχίου συνδυάζεται μέ ἀποχωρισμούς καί ἔξοδο ἀπό τήν ἀσφάλεια καί τή θαλπωρή τῆς Σχολῆς-  προβάλλουν ἔντονα καί σχεδόν ὀδυνηρά τά ζητήματα πού θέτει ἡ πρόκληση τοῦ αὔριο.

    Τί σημαίνει νά εἶσαι ὀρθόδοξος κληρικός ἤ μάχιμος θεολόγος στήν ἐποχή μας; Τί συνεπάγεται καί τί ἀπαιτεῖ τό νά ὑπηρετεῖς τήν Ἐκκλησία καί τή Θεολογία στή σύγχρονη Ἀμερική; Κι ἄν ἀκόμα διαλέξεις ἄλλο δρόμο ἀπό αὐτόν τῆς ἱεροσύνης ἤ τῆς διακονίας τῆς θεολογίας, τί σημαίνει αὐτό; Σέ τί σέ δεσμεύει καί τί συνεπάγεται τό γεγονός ὅτι εἶσαι ἀπόφοιτος αὐτῆς τῆς εὐλογημένης καί ἀκμάζουσας Θεολογικῆς Σχολῆς;

    Εἶναι ἐρωτήματα καίρια καί οὐσιαστικά, πού δέν εἶναι πιά ἁπλῶς ἰδέες καί θεωρητικοί προβληματισμοί ἀλλά ἀφοροῦν ἄμεσα στήν ἴδια τή ζωή σας. Πρόκειται γιά προκλήσεις, πού δέν ἐξαντλοῦνται στά ὅρια ἀτομικῶν ἀνησυχιῶν ἀλλά ἀφοροῦν, πρώτιστα, στήν κοινή εὐθύνη καί στήν προσωπική συμμετοχή στό γίγνεσθαι καί στό αὔριο τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί, ἐπίσης, στό μέλλον τοῦ ἀπόδημου ἑλληνισμοῦ.

    Ἐμεῖς ἐρχόμαστε ἀπό μακριά καί ἴσως δέν εἴμαστε οἱ πλέον ἁρμόδιοι νά μιλήσουμε σέ σᾶς γιά τά τοῦ τόπου πού ζεῖτε καί ἐργάζεστε.

    Ἐπιτρέψτε μου, ὅμως, νά μοιραστῶ μαζί σας σκέψεις καί προβληματισμούς, πού ὑπερβαίνουν τά ἐθνικά καί τά τοπικά ὅρια.

    Τί σημαίνει λοιπόν νά εἶσαι ἱερέας ἤ θεολόγος σήμερα;

    Σέ αὐτή τή μεταιχμιακή στιγμή τῆς ζωῆς σας, ὅπου ἠχεῖ χαρμόσυνα καί δυναμικά ἡ πρόσκληση νά ἀναλάβετε ἐνεργό καί ὑπεύθυνο ρόλο στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ κόσμου μέσα στόν ὁποῖο διαβιεῖτε, καλεῖστε νά ἀνταποκριθεῖτε στήν κλήση τοῦ Θεοῦ νά «ζεῖτε οὐκέτι ἐσεῖς» ἀλλά νά ζεῖ μέσα σας ὁ Χριστός[2]. Καλεῖστε νά ὑπηρετήσετε τήν Ἐκκλησία μέ ἐπίγνωση ὅτι ἐμεῖς, τά μέλη Της, ὑπάρχουμε καί πορευόμαστε μέσα στόν κόσμο καί στήν Ἱστορία ἀλλά δέν εἴμαστε ἐκ τοῦ κόσμου τούτου[3]. Ὅμως, ἔχουμε τό χρέος καί τήν εὐθύνη νά προσλάβουμε αὐτόν τόν κόσμο καί νά τόν μεταμορφώσουμε. Νά τόν ἀνατρέψουμε μέ ἀγάπη καί δημιουργικά ὥστε ὁ κόσμος νά γίνει Ἐκκλησία[4].

    Σέ αὐτόν τόν ἀγώνα ὁ κίνδυνος μέσα στούς αἰῶνες ἦταν ἀμφοτερόπλευρος. Ἄλλοτε ἦταν συστράτευση μέ κάποια ἰδεολογική ἤ πολιτική ἐπιλογή ἐναντίον κάποιας ἄλλης ἰδεολογίας, καί αὐτό ὁδηγοῦσε στήν ἐκκοσμίκευση. Καί ἄλλοτε ὁ κίνδυνος ἦταν ἡ ἐμμονή καί ἡ στράτευση σέ ἐπιμέρους ἀλήθειες εἰς βάρος τοῦ ὅλου. Δηλαδή ἡ ἀπόκλιση ἀπό τή συμφωνία τῶν Πατέρων (consensuspatrum),  γεγονός πού ὁδηγοῦσε σέ σχίσματα καί αἱρετικές ἀποκλίσεις ἀπό τό ὄλον τῆς ἀληθείας, στό ὁποῖο καλούμαστε συνεχῶς νά εἰσερχόμαστε[5]. Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε, ὅτι ἡ ἀλήθεια περί τῆς ὁποίας καλούμαστε νά μαρτυρήσουμε καί ὁ δρόμος πού ὀφείλουμε νά ὑποδεικνύουμε στούς ἀνθρώπους δέν εἶναι μία ἀφηρημένη θρησκευτική ἤ ἰδεολογική πρόταση ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, διότι Αὐτός εἶναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή»[6].

    Στό διάβα τῶν αἰώνων ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων ἀπειλεῖται ἤ καταστρέφεται στό ὄνομα ἰδεολογικῶν ἤ ἰδιοτελῶν συμφερόντων, πού γεννοῦν ἀντιπαλότητες, ἔχθρες καί μισαλλοδοξίες. Σέ αὐτή τήν ποικιλοτρόπως ἐκφραζόμενην καταστροφική ροπή τοῦ κόσμου ὀφείλουμε, ἔργῳ καί λόγῳ, νά ἀντιπαραθέσουμε τόν Χριστό. Τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σέ κάθε Θεία Λειτουργία μελίζεται ἐπί τοῦ Θυσιαστηρίου τῆς Ἁγίας Τραπέζης  ἀλλά δέν διαιρεῖται. Καί ἔτσι προσφέρει ἔμπρακτα καί οὐσιαστικά τή δυνατότητα νά ξαναβρίσκουν οἱ ἄνθρωποι τήν ἀπολεσθεῖσα λόγω τῆς Πτώσεως ἑνότητα.

    Αὐτός, «ὁ μελιζόμενος, καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος, καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλά τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων»[7] Χριστός προσφέρει τή δυνατότητα πάντες οἱ μεταλαμβάνοντες τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματός Του νά γίνονται ἕνα Σῶμα[8]. Ἔτσι ἐξ ἑνός ποτηρίου μεταλαμβάνοντες «οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿εἷς ἀλλήλων μέλη»[9]. Ὅλοι ὅσοι συμμετέχουμε στή Θεία Εὐχαριστία, ὅπου «μή τύπος ἀλλά πράγμα θυσίας ἡ τελετή»[10] καί ὁ ἀναστημένος Χριστός εἶναι «ὧδε ἡμῖν ἀοράτως συνών»[11], συνειδητοποιοῦμε τήν ἀλήθεια καί τή σημασία τοῦ γεγονότος, ὅτι Αὐτός ἅπλωσε τίς παλάμες ἐπί τοῦ Σταυροῦ καί ἕνωσε τά τό πρίν διεστῶτα[12]. Κατῆλθε «ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς» καί συνέτριψε τίς πύλες τοῦ Ἅδη[13], «πεπτωκότα τὸν Ἀδὰμ παγγενῆ ἀναστήσας, ὡς Φιλάνθρωπος»[14].

    Τό δικό μας χρέος, κληρικῶν καί λαϊκῶν, εἶναι νά μαρτυροῦμε ἔργω καί λόγω, ἀκόμα καί ὅταν χρειαστεῖ νά γίνει καί ὁ δικός μας ἱδρώτας « ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος»[15], ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐνώνοντας τούς ἀνθρώπους. Ὅτι ὁ Χριστός ὁδηγήθηκε στό πάθος ἑκουσίως «ἵνα ὦσιν ἕν» ὅλοι οἱ ἄνθρωποι[16] καί αὐτή τήν ἑνότητα καλούμαστε νά προάγουμε, ὄχι μέ μεγαλοστομίες καί θεωρίες ἀλλά μέ θυσίες ἤθους σταυρικοῦ, φωταγωγημένου ἀπό τό ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως.

    Ὅσοι, λοιπόν, ἀποδέχθηκαν  ἤ θά ἀποδεχθοῦν τήν κλήση γιά τήν ἱεροσύνη καλοῦνται νά ἀνταποκριθοῦν στίς ἀπαιτήσεις τῆς διακονίας πού μας ἐμπιστεύεται ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς, ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός, Ὁ ποιῶν τοὺς Ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺςλειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα»[17].

    Καλούμαστε νά διακονήσουμε τό θυσιαστήριο μέ τήν ἐπίγνωση ὅτι ὁ Κύριος εἶναι πάντοτε «ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος, καί προσδεχό­μενος καί διαδιδόμενος....»[18]. Ἔργο μας δέν εἶναι νά προβάλουμε μία θρησκεία ἀνάμεσα στίς πολλές ἤ νά γίνουμε ἕνας θρησκευτικός ὀργανισμός κοινωνικῆς πρόνοιας. Τό καθῆκον μας εἶναι ὁ ἁγιασμός καί ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ προσφορά τῆς δυνατότητας διά τῶν μυστηρίων νά νικιέται συνεχῶς ὁ θάνατος. Ὁ κοινωνικός μας ρόλος εἶναι νά εἴμαστε πρώτιστα κατά Χάρη καί κάθ ὑποχρέωση φορεῖς καί ἐκφραστές τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος τῆς ἱεροσύνης, δηλαδή νά ἀποκαλύπτουμε ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι  ὅσα στό παρόν πληγώνουν καί συσκοτίζουν τήν ἀλήθεια καί ὑπονομεύουν τό μέλλον καί τήν ποιότητα τῆς ζωῆς ἀνθρώπων, ἐμποδίζοντας ἐντέλει τή σωτηρία τους.

    Ἀπέναντι στή βουή τῶν ποικίλων θρησκευτικῶν καί ἰδεολογικῶν ἀντιπαραθέσεων ὁ ὀρθόδοξος κληρικός προβάλλει μία λιτή πρόσκληση. Καλεῖ ὅλους νά συναντηθοῦν γύρω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα καί νά συμμετάσχουν στό μέγιστο τῶν μυστηρίων. Γιά νά γίνουν ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι ἕνα. Γιά νά ἑνώσουν ἐκεῖ τίς δυνάμεις τους ὥστε νά γίνει ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐν Χριστῷ ἑνότητα τρόπος ζωῆς. Καί μετά νά συνεχίζεται ἡ Θεία Λειτουργία στήν καθημερινότητα τοῦ βίου μας καί νά γίνεται πηγή παρηγοριᾶς μέσω τῆς ἱεροσύνης καί τῆς θυσιαστικῆς της συμπαράστασης στίς δοκιμασίες κάθε πονεμένου ἀδελφοῦ μας.

    Τοῦτο σημαίνει νά ζοῦμε μαζί, κλῆρος καί λαός, τό γεγονός τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως, ἡ οὐσιαστική συμμετοχή τοῦ λαοῦ στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας προϋποθέτει ζωντανές ἐνορίες. Στή σύγχυση τῶν καιρῶν χρειάζεται νά καταστεῖ σαφές, ὅτι οἱ ἐνορίες δέν εἶναι ὑποκαταστήματα παροχῆς θρησκευτικῶν ὑπηρεσιῶν ἀλλά τό κέντρο καί τό σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς ζωῆς μας. Ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ ζωή. Ἐκεῖ νοηματίζεται. Ἐκεῖ ἁγιάζεται.Ἐκεῖ λαμπρύνεται. Ἐκεῖ βρίσκει τόν δρόμο της πρός τήν αἰωνιότητα.

    Ἡ ἐνορία εἶναι ὁ τόπος καί ἡ ἐνοριακή ζωή ὁ τρόπος, ὅπου μέσω τῆς Θείας Λειτουργίας, τῆς Λατρείας καί τῆς μετοχῆς στό μυστικό Σῶμα τοῦ Κυρίου, ἡ ἐπιβίωση μετασχηματίζεται σέ ζωή καί ὁ θάνατος νικιέται.

    Στόν τόπο πού ζεῖ ὁ κάθε πιστός, ἡ ἐνορία εἶναι ἡ μεγάλη του οἰκογένεια καί ὁ ἱερέας ὁ πατέρας της. Ὅμως, ποιός γονιός, ἐπειδή θέλει τό παιδί του νά εἶναι ἅγιο καί ἐνάρετο ἀδιαφορεῖ ὅταν τό βλέπει ἄρρωστο, πεινασμένο ἤ νά ἔχει πάρει δρόμο στραβό;

    Κατά ἀνάλογο τρόπο, στή διακονία μας δέν πρέπει νά χάνουμε τήν ἰσορροπία μεταξύ τοῦ ἁγιαστικοῦ ἔργου καί τῆς φιλανθρωπίας. Προσωπικά, δέν γνωρίζω κανέναν ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας πού δέν ἦταν φιλάνθρωπος ἤ ἀδιαφοροῦσε γιά τόν ἀνθρώπινο πόνο.

    Ἡ λατρεία εἶναι ἡ κινητήρια δύναμη πού καλλιεργεῖ καί θρέφει τήν ἀγάπη, μᾶς στρέφει πρός τόν συνάνθρωπο καί γεννᾶ τήν φιλανθρωπία. Εἶναι, λοιπόν, θέμα ζωτικῆς σημασίας ἡ λατρευτική ζωή, τό φιλανθρωπικό καί τό εὐρύτερο πολιτιστικό καί κοινωνικό μας ἔργο νά ἀποπνέουν ἐκκλησιαστικό ἦθος καί ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Ἐπιμένω σέ αὐτό τό σημεῖο, διότι μερικοί ἀπό ἐσᾶς γεννήθηκαν καί μεγάλωσαν σέ περιβάλλον ἄλλων θρησκευτικῶν παραδόσεων καί τώρα, ὡς ὀρθόδοξοι κληρικοί καί θεολόγοι χρειάζεται νά καλλιεργεῖτε συνεχῶς τήν ἐπίγνωση τῆς ὀρθόδοξης ταυτότητας καί αὐτοσυνειδησίας καί τῆς μοναδικότητας τῆς ὀρθόδοξης θεολογικῆς Παράδοσης.

    Αὐτή ἡ τελευταία παρατήρηση παραπέμπει ἄμεσα στή σημασία πού ἔχει στήν ὀρθόδοξη Παράδοση ἡ ἀρετή τῆς διάκρισης. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τονίζουν ὅτι ἡ διάκριση εἶναι ἀρετή ὑψίστης ἀξίας. Βεβαίως, ἡ καλλιέργειά της προϋποθέτει διαρκῆ καί ἔντονο πνευματικό ἀγώνα. Ὅμως σήμερα, καί εἰδικά γιά ὅσους καλούμεθα νά ἐργαστοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία μέσα σέ περιβάλλοντα ἀλλότρια καί σέ ἐποχές ἄκριτου καί ἄκρατου συγκρητισμοῦ καί πολιτισμικῆς σύγχυσης, ἡ ἀρετή τῆς διάκρισης ὀφείλει νά εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ δομικό στοιχεῖο τῆς  διακονίας μας. Στή δύσκολη καί μεταβατική περίοδο τῆς παγκόσμιας ἱστορίας τήν ὁποία διανύουμε, ἡ ἐντολή «στήκετε και κρατεῖτε τάς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε»[19] ἔχει βαρύνουσα καί θεμελιώδη σημασία. Δυστυχῶς, ἡ προσπάθεια τηρήσεως αὐτῆς τῆς ἐντολῆς χωρίς τό φίλτρο τῆς ἀρετῆς τῆς διάκρισης μερικές φορές ὁδηγεῖ σέ νοοτροπίες φονταμενταλιστικές, σέ συμπεριφορές θρησκευτικοῦ ἀπολυταρχισμοῦ ἤ σέ φανατισμούς, πού μέ τή σειρά τους γεννοῦν ἀβασάνιστη κατάκριση καί καλλιεργοῦν πνεῦμα διχαστικό. Γι’ αὐτό ἡ ποιμαντική μας παρουσία χρειάζεται πρώτιστα διάκριση, ἀγάπη καί πνεῦμα  θυσίας καί κατανοήσεως.

    Ἡ σύγχρονη πραγματικότητα εἶναι ἄκρως ἀπαιτητική καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά διχαστικά καί ἀκραία φαινόμενα εἶναι, τό λιγότερο, ἄχρηστη πολυτέλεια. Στήν πνευματική ἔρημο τοῦ σύγχρονου βίου εἶναι θεμελιώδης προτεραιότητα νά ὑπάρχουν γνήσιες ὀρθόδοξες ζωντανές ἐνορίες ὥστε νά ὑπάρχει μία μικρή ὄαση γιά τούς νέους· ἕνα καταφύγιο γιά τά καινούργια ζευγάρια· μία ἥσυχη γωνιά γιά τή χειμαζόμενη σύγχρονη οἰκογένεια· μία ζεστή φωλιά γιά κάθε «κοπιῶντα καί πεφορτισμένο»· μία ἑστία ὅπου θά καίει ἀδιαλείπτως ἡ φωτιά τῶν πνευματικῶν ἀναζητήσεων· ἕνα θυσιαστήριο ἀπό τό ὁποῖο θά ἀρχίζουν ὅλα καί ὅπου θά καταλήγουν τά πάντα.

    Ἡ μεγαλύτερη προσφορά τῆς Ἐκκλησίας στόν σύγχρονο κόσμο εἶναι νά ὑπάρχουν παντοῦ ζωντανές ἐνορίες καί μοναστήρια, ὅπου νά φανερώνεται παντοιοτρόπως ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε. Ὅτι ὁ θάνατος νικήθηκε. Καί γι’ αὐτό οἱ ἄνθρωποι μποροῦμε νά φέρνουμε τή ζωή μας στή Θεία Εὐχαριστία καί νά βρίσκουμε ἐκεῖ χαρά, ἐλπίδα, παρηγοριά, νόημα στόν βίο μας, καί νά ζοῦμε τήν πεπτωκία μας καθημερινότητα μέ τή βεβαιότητα ὅτι, πέρα καί πάνω ἀπό κάθε πόνο καί θλίψη, ἡ ζωή στό τέλος θά νικᾶ τόν θάνατο. Διότι «ἀνέστη Χριστός καὶ ζωή πολιτεύεται»[20].

    Ὑπογραμμίζω, ὅτι ὅσα εἶπα μέχρι ἐδῶ δέν ἀφοροῦν μόνο τούς κληρικούς ἀλλά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι προφανές, ὅτι ὅσοι δέν γίνουν κληρικοί καλοῦνται, ἐπίσης, νά ἐργασθοῦν ὡς λαϊκοί θεολόγοι στόν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου. Τίποτα ἀπό ὅσα προανέφερα δέν μποροῦν νά γίνουν πράξη ἀπό τόν ἐπίσκοπο καί τούς ἱερεῖς χωρίς τή θυσιαστική παρουσία τῶν λαϊκῶν στελεχῶν τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου, στό ὁποῖο οἱ θεολόγοι ὀφείλουν νά πρωτοστατοῦν. Σήμερα, ἴσως ὅσο ποτέ ἄλλοτε, δραστηριότητες, ὅπως ἡ κατήχηση, ἡ καλλιέργεια τῶν θεολογικῶν γραμμάτων, ἡ στελέχωση τῶν ποιμαντικῶν δραστηριοτήτων καί ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας σέ κάθε πτυχή τοῦ κοινωνικοῦ βίου, στό σχολεῖο, στό νοσοκομεῖο, στό φιλανθρωπικό ἔργο ἀλλά καί στίς τέχνες καί τόν πολιτισμό ἐγείρουν ὑψηλές ἀπαιτήσεις καί οἱ ἐπαρκῶς καταρτισμένοι ἐκπρόσωποι καί ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι περισσότερο ἀπό πολύτιμοι καί ἐξάπαντος ἀπαραίτητοι.

    Αὐτό ἰσχύει καί γιά ὅσους ἀκολουθήσουν ἄλλους δρόμους ἐκτός τῆς ἱεροσύνης ἤ τῆς θεολογίας. Ἀκόμη καί τότε, αὐτοί ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ἐξίσου πολύτιμοι γιά τή ζωή καί τό ποιμαντικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ προσφορά τους στόν κοινό πνευματικό ἀγώνα θά εἶναι πάντοτε σημαντική καί ἀπαραίτητη.

    Ἐντέλει, ἀπό ὅποιο μετερίζι καί ἄν ἀγωνίζεται κανείς ἡ εὐθύνη παραμένει κοινή. Ἄλλωστε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ὑπάρχουν διακρίσεις ἐξουσιῶν ἀλλά χαρισμάτων καί διακονιῶν [21] καί, ἑπομένως, στή ζωή καί στό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας δέν περισσεύει κανείς.

    Βεβαίως, ὁ ὀρθόδοξος λαός σέβεται καί τιμᾶ ἰδιαιτέρως τούς κληρικούς του. Ὄχι διότι κατέχουν κάποια διοικητική ἐξουσία ἀλλά διότι ἀναγνωρίζουν σέ αὐτούς, ὅτι ἀποδέχθηκαν τήν κλήση τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀδελφῶν τους νά διακονήσουν τό θυσιαστήριο καί τόν λαό τοῦ Θεοῦ εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ. Ὁ ἐπίσκοπος προΐσταται μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας ὄχι ὡς θρησκευτικός μονάρχης ἤ ὡς κοσμικός διοικητής ἀλλά ὡς προεστώς τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ καί, κατά προέκταση, οἱ πρεσβύτεροι προΐστανται τῆς ἐνοριακῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως εἰς τύπον καί τόπον τοῦ ἐπισκόπου τους. Ἔτσι, ὁ ὀρθόδοξος κληρικός δέν εἶναι ἐκφραστής μίας ἐξουσίας ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς Γῆς ἀλλά ὑπηρετεῖ τήν Ἐκκλησία ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ ποιμνίου του στόν Θεό.

    Ὁ ὀρθόδοξος κληρικός εἶναι ἡγετική μορφή καί πρῶτος στή συνείδηση τῶν πιστῶν ἐπειδή ὡς διάκονος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάντων ἔσχατος. Δοξάζεται ὑπηρετώντας καί φανερώνοντας τό ἦθος τῆς σταυρικῆς θυσίας καί εἶναι σεβαστός ὄχι ὡς ἄνθρωπος ἀλλά ὡς ἡ θυσία ἑνός ἀνθρώπου στή διακονία τῶν ἀδελφῶν του. Τέτοιους κληρικούς καί αὐτοῦ τοῦ ἤθους θεολόγους χρειάζεται σήμερα ἐπειγόντως ἡ Ἐκκλησία, ὥστε νά γίνονται αὐτοί ζωντανά πρότυπα ζωῆς καί ἁγιότητας καί αὐθεντικά παραδείγματα ἐκκλησιαστικῆς νοοτροπίας.

    Ἔχω ἐπίγνωση, ὅτι ἡ διακονία τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἀδελφῶν μας καί ἡ ἀφιέρωση τῆς ζωῆς μας σέ τέτοιους ἱερούς καί θαυμαστούς σκοπούς δέν εἶναι ἕνας εὔκολος δρόμος. Ὅσοι ἐπιλέγουν τήν ὁδό τῆς διακονίας καί τῆς θυσίας διαλέγουν συνειδητά τή στενή καί τεθλιμμένη ὁδό. Χαίρουν, βεβαίως, μετά χαιρόντων ἀλλά πολύ συχνότερα κλαῖνε μετά κλαιόντων. Διαλέγουν νά γίνουν Κυρηναῖοι κάθε ἀνθρώπου γύρω τους πού σηκώνει μικρό ἤ μεγάλο σταυρό. Ἀποφασίζουν νά ἀπαντήσουν στήν ἐρώτηση πού τούς ἀπευθύνει προσωπικά ὁ Κύριος: «τέκνον μου φιλεῖς με» μέ τά λόγια τοῦ Πέτρου: «Ναί͵ Κύριε͵ σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε»[22] γιά νά λάβουν τήν ἴδια κλήτευση: «Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου»[23].

    Ἰδού πώς σχολιάζει ἕνας σύγχρονος θεολόγος αὐτόν τόν διάλογο:

    [«Ποίμαινε τά πρόβάτά μου»: Δηλαδή βάλε ὅλη τη ζωή σου μέσα στή Θεία Λειτουργία καί κάνε τή λειτουργία τρόπο τῆς καθημερινῆς ζωῆς τῶν ἀδελφῶν σου.

    «Ποίμαινε τά πρόβατά μου». Δηλαδή, μάθε νά κλαῖς μετά κλαιόντων καί νά χαίρεις μετά χαιρόντων. Ἀγάπησε τή μοναδικότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἀγάπησε τό νόημα καί τό περιεχόμενο τῆς ἐλευθερίας του. Τοποθέτησε τά συγκεκριμένα, τά ἀτομικά, τά ἐν τόπῳ καί χρόνῳ γεγονότα τῆς ζωῆς του μέσα στή Λειτουργία τῆς Θείας Εὐχαριστίας, γιά νά γίνει τό ἔργο καί ἡ δημιουργία τοῦ καθενός ζωτική λειτουργία τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας.

    «Ποίμαινε τά πρόβατά μου». Δηλαδή, γίνε τελείως διάφανος γιά νά φανερώνεται πού μποροῦν νά βροῦν ἀνάπαυση ««πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι»[24]. Πρόσφερε εὐχαριστιακά στό θυσιαστήριο ὅ,τι ἀληθινό προσφέρει ὁ ἕνας στόν ἄλλον, γιά νά τό μοιραστοῦν ὅλοι οἱ ἐξ ἑνός ποτηρίου μεταλαμβάνοντες νοηματισμένο καί αὐξημένο.

    «Ποίμαινε τά πρόβατά μου», δηλαδή ὑπηρέτησέ τους μέ τόν δικό μου τρόπο καί μέ τή δική μου ἐξουσία: Τοῦ μορφήν δούλου λαβόντος καί ἄκρως τεταπεινωμένου. Ὑπηρέτησέ τους ὡς πάντων ἔσχατος .][25]

    Καί ἡ ἀπάντηση παραμένει ἀπαράλλακτη μέσα στούς αἰῶνες:

    «Κύριε͵ πάντα σὺ οἶδας͵ σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε», «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου».».

    Ὀφείλω, ὡστόσο, νά ὑπογραμμίσω ἕνα ἀκόμη σημεῖο. Ὅσο δύσκολη καί κάποτε ἐπώδυνη μπορεῖ νά γίνεται, μερικές φορές, ἡ ζωή τοῦ κληρικοῦ, διατηρεῖ ὡστόσο ἕνα μοναδικό προνόμιο. Ὁ ἱερέας ἔχει πάντοτε τήν εὐκαιρία καί τή δυνατότητα νά ἐναποθέτει ὅλα του τά βάσανα καί τούς πειρασμούς στό θυσιαστήριο. Αὐτό εἶναι ἡ παρηγοριά του, τό στήριγμά του καί ἡ πηγή τῆς χαρᾶς του, διότι ἐκεῖ συναντᾶ πάντοτε τόν ἀοράτως συνόντα  Κύριο.

    Ὅλα αὐτά ἴσως μοιάζουν δύσκολα καί εἶναι φυσικό νά ἀναρωτιόμαστε πώς θά τά καταφέρουμε. Ὅμως, δέν ὑπάρχει λόγος νά μήν εἴμαστε αἰσιόδοξοι. «Ἡ Θεία Χάρις, ἡ πάντοτε τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλεί­ποντα ἀναπληροῦσα»[26] θα φροντίσει γι αυτό.

     

    Τέκνα ἐν κυρίῳ ἀγαπητά,

    Ἄς γιορτάσουμε σήμερα τό χαρμόσυνο γεγονός τῆς ἀποφοιτήσεώς σας καί ἄς εὐχηθοῦμε σέ ὅλους καί στόν καθένα προσωπικά ὁ σπόρος πού σπάρθηκε μέσα σας στό διάστημα τῶν σπουδῶν σας στήν εὐλογημένη Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ νά καρπίσει καρπό ἑκατονταπλασίονα.

    Εὔχομαι καί προσεύχομαι ὁ δρόμος πού ἀνοίγεται σήμερα,μετά τήν ἀποφοίτησή σας, νά εἶναι πορεία ἐν Χριστῷ ζωῆς φωταγωγημένης ἀπό τό ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως καί ἐμπλουτισμένης ἀπό τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

    Ἐσεῖς ζητῆστε ἀπό τόν Κύριο ταπεινά καί μέ εἰλικρίνεια «γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου»[27] καί Ἐκεῖνος θά σᾶς δείξει τόν δρόμο.

    Ἀξιοποιεῖστε ὅσα σᾶς προσέφεραν οἱ λαμπροί καθηγητές σας καί ὅσα διδαχθήκατε ἀπό αὐτούς καί ἀπό τούς πνευματικούς σας καί προχωρῆστε μέ θάρρος στήν ὑλοποίηση τῶν ὁραμάτων σας. Ἐμπιστευθεῖτε τήν ἀσφάλεια πού ἐγγυῶνται ἡ ἐμπνευσμένη οἰακοστροφία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀμερικῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Αρχιεπισκοπο Ἀμερικῆς κ. Δημήτριο καί ἡ ἀγάπη, ἡ ἀδιάλειπτη μέριμνα καί ἡ ἐπιστασία τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου.

    Ἐμεῖς σᾶς καμαρώνουμε καί παρακαλοῦμε τόν Θεό νά σᾶς σκέπει, νά σᾶς εὐλογεῖ, νά σᾶς στηρίζει καί νά κατευθύνει τά βήματά σας «εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν».

    Καλή σταδιοδρομία καί καλή διακονία.

    Ὁ Θεός μαζί σας.



    [1]Ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως, Εὐχή θ΄, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.

    [2]Πρβλ. Γαλ. 2, 20: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».

    [3] Πρβλ. Ἰωάν. 15, 18-19: «Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος».

    [4]Πρβλ.  Προς Διόγνητον ἐπιστολή, Sources Chrétiennes, τ. 33, ed. H. I. Marrou, Paris, 1965, σσ. 52-84: «Χριστιανοὶ κατέχονται μὲν ὡς ἐν φρουρᾷ τῷ κόσμῳ, αὐτοὶ δὲ συνέχουσι τὸν κόσμον», σ. 66.

    [5]Πρβλ. Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος Λ΄, PG 36, 125: «οὗτος ἄριστος ἡμῖν θεολόγος, οὐχ ὃς εὗρε τὸ πᾶν, οὐδὲ γὰρ δέχεται τὸ πᾶν ὁ δεσμός, ἀλλ᾿ ὃς ἂν ἄλλου φαντασθῇ πλέον, καὶ πλεῖον ἐν ἑαυτῷ συναγάγῃ τὸ τῆς ἀληθείας ἴνδαλμα, ἢ ἀποσκίασμα, ἢ ὅτι καὶ ὀνομάσομεν».

    [6]Πρβλ. Ἰωαν. 14, 5-6: «Κύριε, οὐκ οἴδα μεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι; λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι' ἐμοῦ».

    [7]Θεία Λειτουργία Χρυσοστόμου.

    [8]Πρβλ. Κορ. Α΄, 10, 16-17: «τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας  ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν;  ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν».

    [9]Πρβλ. Ρωμ. 12, 5.

    [10]Νικόλαος Καβάσιλας, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, λβ΄, PG 150, 440.

    [11]Θεία Λειτουργία Χρυσοστόμου.

    [12]Τριώδιον, Μ. Σάββατον, Ὄρθρος, Ὠδή Γ΄ τοῦ Κανόνος: «Ἥπλωσας τὰς παλάμαςκαὶ ἥνωσας τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα».

    [13]Πρβλ. Κανών τοῦ Πάσχα: «Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καὶ τριήμερος ὡς ἐκ κήτους τούςἸωνᾶς, ἐξανέστης τοῦ τάφου».

    [14]Ἀπόστιχον τοῦ Ἑσπέρινοῦ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.

    [15]Πρβλ. Λουκ. 22, 44: «καὶ γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο. ἐγένετο δὲ ὁ ἱδρὼς αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν γῆν».

    [16] Ἰωάν. 17, 11.

    [17]Ψαλμ. 103, 4.

    [18] Θεία Λειτουργία Ἰωάννου Χρυσοστόμου.

    [19]Θεσ. Β΄, 2, 15.

    [20]Κατηχητικός Λόγος Ἰωάννου Χρυσοστόμου.

    [21] Γ. Μεταλληνός (Πρωτοπρ), Ἐνορία: ὁ Χριστός ἐν τῷ μέσῳ «ἡμῶν, έκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 1990, σσ. 21-23.

    [22]Ἰωαν. 21, 15-17: «Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς· Σίμων Ἰωνᾶ͵ ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων; λέγει αὐτῷ· ναί͵ Κύριε͵ σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. Λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ἀρνία μου. Λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον͵ Σίμων Ἰωνᾶ͵ ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ͵ ναί͵ Κύριε͵ σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. Λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. Λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ͵ φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον͵ φιλεῖς με καὶ εἶπεν αὐτῷ͵ Κύριε͵ πάντα σὺ οἶδας͵ σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς βόσκε τὰ πρόβατά μου».

    [23]Ὅ.π.

    [24]Πρβλ. Ματθ. 11, 28: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι͵ κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

    [25] Ἀ. Αὐγουστίδης, (πρωτοπρ.), Παραμυθητική Θεολογία, ἐκδ. Δομή, Ἀθήνα 2008, σσ.101-102

    [26] «Τάξις γινομένη ἐπὶ χειροτονίᾳ πρεσβυτέρου», Π. Τρεμπέλας, Μικρὸν Εὐχολόγιον, Ἀδελφότης Θεολόγων «ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1988, σ. 231 (=Ἀρχιερατικόν, Ἀποστολικὴ Διακονία, ἐν Ἀθήναις, χ.χ., σ. 84).

    [27] Ψαλμ. 142, 8: «γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου»

    Document Actions